Φαΐ διαγενεαλογικό.

    
Παιδιά δε μ' αξίωσε ο θεός να κάμω δικά μου. Κερατάς θεός. Βλαστημώ Παναγιά μου, συγγνώμη. Έχω όμως τσ' αδερφής μου το παιδί παιδί μου, τση πεθαμένης.


Θυμούμαι όντε ήμουνε κοπελιά μητσή τση θειούς και τη γιαγιά μου που τση βλέπαμε όταν έρχουνταν στη Χώρα για τση δουλειές τωνε. Μας εφώναζαν στο σταθμό των λεωφορείω με την αδερφή μου να τση χαιρετίξουμε. Εμέναμε στην πόλη τότες δυο πλάσματα άβγαλτα, μοναχά, να βγάλομε το σκολειό. 


Στο σταθμό των λεωφορείω μιλιούνια ο κόσμος. Κάθε λογής περαστικός απ' τα χωριά εκειά, μας εφαίνουνταν εμάς παράξενο, που είχαμε δει τη θάλασσα πρώτη φορά δώδεκα χρονώ και εδιαβάζαμε με το λύχνο μόλις ενύχτωνε. 


Τση θυμούμαι εδά ούλους τούτους τση θειούς και τη λάλη μου, τη γιαγιά μου, και θέλω πάλι να βλαστημώ χρονιάρες μέρες. Ετρώγανε τύρους και χόρτα και απ' ούλα τα καλά και δε μας είπανε μια φορά να φάμε κι εμείς μαζί ντονε. Ένα πενηνταράκι να πάρομε κουλούρι δεν μας έδοκαν σαν παιδιά. Εμένα μου ετρέχανε τα σάλια αλλά δεν έλεγα τίποτα, αλλά κι η αδερφή μου, που ήτανε πιο μεγάλη ήτανε αγαθή και ποτέ δεν εζήτουνε πράμα απ' τσ' αθρώπους. Τα κουβαλώ ούλα τούτα μέσα μου, θαρρώ δε θα τα ξεχάσω όσο ζω.


Φέτο τ' ανίψι μου εγνώρισε μια κοπελιά και τονε βλέπω χαρούμενο. Ένα βράδυ που θα επήγαινε σπίτι τζη του είπα και επέρασε κάτω από το σπίτι μου με τ' αμάξι ντου να ντονε δώκω λίγα πράματα να 'χουνε να τρώνε. Θαρρώ δεν κατένε να τρώνε τα σημερνά κοπέλια. Όντε έφταξε με επήρανε στο τηλέφωνο.



- Ρε θεία τί είναι όλα αυτά; Αυτά είναι πράγματα για τρεις μήνες που έβαλες εδώ μέσα.


- Ετσά 'μαι εγώ και ετσά γουστάρω και τα 'βαλα, μη μιλείς καθόλου.



     
                       
                                            


                                          
                                                   

Δεν υπάρχουν σχόλια: